Η ΕΚΤ «άνοιξε» τη ρευστότητα για τις ελληνικές τράπεζες

Η ΕΚΤ «άνοιξε» τη ρευστότητα για τις ελληνικές τράπεζες

 

 

 

Με το βλέμμα στραμμένο στον Μάριο Ντράγκι βρίσκεται το εγχώριο οικονομικό και πολιτικό σύστημα, καθώς οι αποφάσεις για την ποσοτική χαλάρωση στο μέρος που αφορούν την Ελλάδα θα δώσουν ένα στίγμα πολιτικό, αφού η αγορά κρατικών ομολόγων αναμένεται να συνδεθεί με την ύπαρξη προγράμματος, ενώ κρίσιμο θα είναι το όφελος για την οικονομία από τη συμμετοχή των ελληνικών τίτλων στο QE.
 
Προκειμένου να αποφορτιστούν οι πιέσεις στη ρευστότητα που συνεχίζονται με τη σταθερά υψηλή εκροή καταθέσεων καθημερινά και την ανάγκη διατήρησης διαθέσιμης ρευστότητας για την κάλυψη εντόκων γραμματίων, άνοιξε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της EKΤ, που ενέκρινε το ελληνικό αίτημα, η εναλλακτική του Emergency Liquidity Assistance για τις ελληνικές τράπεζες.
 
Οι σημερινές αποφάσεις της ΕΚΤ για την ποσοτική χαλάρωση και την αγορά ομολόγων έχουν λάβει έντονα πολιτικό χαρακτήρα καθώς, πέρα από την πραγματική επίπτωση που θα έχουν για την οικονομία, αναμένεται να αποτελέσουν πεδίο προεκλογικής αντιπαράθεσης, όπως άλλωστε έγινε με το αίτημα για το άνοιγμα του ELA για τις ελληνικές τράπεζες.
 
Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε μια λύση για την Ελλάδα που θα συνδέει την αγορά κρατικών τίτλων με την ύπαρξη προγράμματος για τη χώρα, παραπέμποντας στην οριστική διευθέτηση τον Μάρτιο.
 
Όπως αναφέρει η naftemporiki, η σύνδεση με τις πολιτικές εξελίξεις είναι άμεση, καθώς από την 1η Μαρτίου δεν θα υπάρχει πρόγραμμα για τη χώρα, εάν δεν αποφασιστεί η παράταση του υφιστάμενου που λήγει στις 28 Φεβρουαρίου.
 
Για την Ελλάδα είναι κρίσιμο να μετάσχει και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, με βάση την υπόθεση ότι το συνολικό ύψος του QE είναι 550 δισ. ευρώ, τότε υπολογίζονται στα 16 δισ. ευρώ τα ελληνικά ομόλογα που θα μπορούσαν να αγοραστούν.
 
Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι η συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων αποτελεί σημαντική ευκαιρία αξιοποίησης των πρωτοβουλιών ενίσχυσης της ρευστότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία.
 
Με αφετηρία τη διευθέτηση των σχέσεων με τους δανειστές και την ύπαρξη προγράμματος για τη χώρα, θα είναι δυνατή η εξομάλυνση των συνθηκών ρευστότητας που διαταράχθηκαν λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας και η υλοποίηση του σχεδιασμού των τραπεζών που περιελάμβανε την επιστροφή σε θετική πιστωτική επέκταση και χρηματοδότηση της οικονομίας με περίπου 10 δισ. ευρώ φέτος.
 
Η συμμετοχή στο QE θα έδινε πρόσθετη ώθηση στο σχεδιασμό αυτό αφού η πρόθεση της ΕΚΤ είναι η ενίσχυση της ροής δανείων στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και με χαμηλότερο κόστος με κατεύθυνση ειδικά σε νέες, υγιείς επιχειρήσεις.
 
Επί του παρόντος, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν την εναλλακτική του ELA, η γραμμή του οποίου ανοίγει προληπτικά ώστε να υπάρχει «μαξιλάρι» έναντι των πιέσεων που προκαλεί η εκροή καταθέσεων και κυρίως η ανάγκη διατήρησης της
διαθέσιμης ρευστότητας για την κάλυψη εντόκων γραμματίων.
 
Τον Φεβρουάριο, οι λήξεις των εντόκων γραμματίων ανέρχονται συνολικά σε 2,6 δισ. ευρώ - 1,6 δισ. ευρώ είναι οι λήξεις των τρίμηνων εντόκων και 1 δισ. ευρώ οι λήξεις των εντόκων εξάμηνης διάρκειας.
 
Υψηλότερες είναι οι λήξεις εντόκων γραμματίων του Μαρτίου, που φθάνουν σε 4,6 δισ. ευρώ και προέρχονται από λήξεις δύο εκδόσεων τρίμηνων εντόκων ύψους 3,2 δισ. ευρώ (1,6 δισ. ευρώ έκαστη) και εξάμηνων ύψους 1,4 δισ. ευρώ.
 
Την επιφυλακή του ELΑ πυροδότησε ειδικά το κλείσιμο repos, άνω των 3 δισ. ευρώ, που είχαν πραγματοποιήσει οι ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα για την αναπλήρωσή τους να «μεταφερθούν» τα αντίστοιχα ενέχυρα στην ΕΚΤ και να αυξηθεί η χρηματοδότηση στα 65 δισ. ευρώ, από 45 δισ. ευρώ προηγουμένως.
 
Με στοιχεία Δεκεμβρίου, τα τελευταία επίσημα, η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ ανήλθε στα 56 δισ. ευρώ από 45 δισ. ευρώ τον Νοέμβριο.
 
Για τον ELA η ΕΚΤ εγκρίνει το πλαίσιο δίνοντας ένα πλαφόν και ελέγχει, όταν γίνεται χρήση, το ύψος των κεφαλαίων και την αιτιολογία.
 
Για ποσό ως 500 εκατ. ευρώ ανά τράπεζα δεν χρειάζεται έγκριση από την ΕΚΤ, η οποία μπορεί να τη δώσει και εκ των υστέρων για ποσό από 500 εκατ. ευρώ έως 2 δισ. ευρώ.
 
Αίτημα για χρηματοδότηση άνω των 2 δισ. ευρώ προϋποθέτει έγκριση όπως αυτή που ζητεί η ΤτΕ στην τρέχουσα συνεδρίαση του δ.σ. της ΕΚΤ.
 
Το κόστος για τον ELA διαμορφώνεται στο 1,55% από 0,05% της ΕΚΤ και η χρήση του είναι αυτή που επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της συγκυρίας, δεδομένης της έκτακτης φύσης που έχει η χρηματοδότηση που παρέχει.
 
Η αξιοποίησή του αναμενόταν μετά το τέλος Φεβρουαρίου και εφόσον δεν υπήρχε με κάποιον τρόπο παράταση του ελληνικού προγράμματος που θα επέτρεπε στην ΕΚΤ να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας.
 
Τα επιλέξιμα collateral περιορίστηκαν ήδη, ενώ η 1η Μαρτίου θα σημάνει και τη διακοπή επιλεξιμότητας τίτλων που σήμερα είναι δεκτοί και εκτιμώνται στα 21 δισ. ευρώ.
 
Για τον ELA είναι ευρύτερη η δεξαμενή τίτλων που γίνονται δεκτά, αν και δεν περιλαμβάνονται έντοκα γραμμάτια, τα οποία έχουν «πλαφονάρει» οι ελληνικές τράπεζες και στην ΕΚΤ.
 
Τον Αύγουστο του 2011 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ELA από τις ελληνικές τράπεζες εξαιτίας της μαζικής εκροής καταθέσεων και της υποβάθμισης του ελληνικού δημοσίου που «παρέσυρε» και τις τραπεζικές αξιολογήσεις, αποκλείοντας την πρόσβαση στην ΕΚΤ.
 
Κορύφωση της χρήσης του καταγράφηκε τον Μάιο του 2012 όταν έφθασε τα 124 δισ. ευρώ, ενώ μηδενίστηκε τον Μάιο του 2014.
 
Αν και η επίπτωση είναι περιορισμένη, η αγορά φαίνεται να εστιάζει στη λογική στην οποία βασίζεται η χρήση της δυνατότητας χρηματοδότησης από τον ELA τώρα.
 
Μπορεί να συμβαίνει γιατί οι τράπεζες θέλουν να λάβουν προληπτικά μέτρα, αλλά ενδέχεται να σχετίζεται με την πίεση στις καταθέσεις ή σε άλλες πηγές ρευστότητας που σχετίζονται, για παράδειγμα, με τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο που επηρεάστηκαν από τις εξελίξεις στο συγκεκριμένο νόμισμα.
Μικρή επίπτωση
 
Oπως επισημαίνει η Bank of America/Μerill Lynch, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να αναπληρώσουν μέρος της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ της τάξης των 16 δισ. ευρώ, ενώ ήδη έχει διακοπεί η πρόσβαση στις αγορές και είναι «εύθραυστη» η δυναμική των καταθέσεων.
 
Σε αυτό το περιβάλλον, η χρηματοδότηση από τον ELA είναι η λογική εξέλιξη και όπως αναφέρει ο οίκος, η αναπλήρωση της ρευστότητας της ΕΚΤ από εκείνη του ELA θα έχει μικρή αρνητική επίπτωση στο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, από μία έως τρεις μονάδες βάσης.