Το Νησί

Το Νησί

 

Ένα πρωινό αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι το οποίο το χρωστούσα στην ψυχή μου.

Χρειαζότανε ένα εισιτήριο το οποίο μόνο ο διάβολος πουλούσε.

Χρειάστηκε να παλέψω με θεούς και δαίμονες οι οποίοι κατοικούσαν στη καρδιά μου και με κρατούσανε για χρόνια παγωμένο.

Τους έκαψα και περπάτησα ένα σκοτεινό καταραμένο μονοπάτι.

Έμενε μόνο η συνάντηση με τον διάβολο.

Έμενε ο φόβος της ήττας και η απορία αν η λαχτάρα για το ταξίδι ήταν πιο δυνατή.

Ο φόβος φοβήθηκε και η λαχτάρα κέρδισε το εισιτήριο από τον υποκλινόμενο διάβολο.

Περίμενα για 15 μήνες με το εισιτήριο στο χέρι στις όχθες ενός ποταμού που μου τραγουδούσε ειρωνικά κάθε βράδυ που ο ήλιος κρυβότανε πίσω από τα βουνά.

Ήρθε τελικά η στιγμή που στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε μια βάρκα.

Όσο πλησίαζε η βάρκα η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά μπροστά στον τρόμο που προκαλούσε η θέα της.

Είχε χιλιάδες τρύπες μα δεν έμπαζε καθόλου νερό, είχε σάπια σανίδια μα ταξίδευε άφοβα.

Πιο τρομακτικός ήταν ο βαρκάρης, μαυροφορεμένος, γεροδεμένος και το πρόσωπο του ήταν αόρατο.

Ταράχτηκα όταν ξαφνικά με ρώτησε αν η ψυχή μου είναι έτοιμη να ταξιδέψει.

Χρειάστηκα πολύ κουράγιο για να πω το ναι.

Ανέβηκα στην βάρκα και κάθισα φοβισμένος πίσω από τον βαρκάρη.

Με το που ξεκινήσαμε γύρισε το αόρατο πρόσωπό του και άκουσα την βαθιά μπάσα και λυπημένη φωνή του να μου λέει ότι θα κάνουμε μια πολύ σημαντική στάση για μια ώρα προτού φτάσουμε στον προορισμό μας.

Διαβάστε τη συνέχεια στην http://enallaktikidrasi.com