Εμβολιασμοί: Η σημασία της τρίτης δόσης – Ποιοι θα ωφελούνταν περισσότερο

Εμβολιασμοί: Η σημασία της τρίτης δόσης – Ποιοι θα ωφελούνταν περισσότερο

Παρόλο που η φαρμακοβιομηχανία Pfizer ανακοίνωσε ότι ίσως είναι καιρός να σκεφτεί κανείς τη χορήγηση μιας τρίτης δόσης του εμβολίου κατά της Covid-19, πολλοί γιατροί και αξιωματούχοι δημόσιας υγείας υποστηρίζουν ότι θα είναι πολύ πιο αποδοτικό να εμβολιαστούν με τις δύο δόσεις όσοι δεν το έχουν πράξει ήδη παρά να ενισχυθούν περαιτέρω οι ήδη εμβολιασμένοι.
 
«Θα ήταν υπέροχο να εγκριθεί μια τρίτη έκτακτη δόση σε περίπτωση που χρειαστεί. Αλλά δεν νομίζω ότι έχουμε φτάσει εκεί προς το παρόν, δήλωσε στο CNN ο Δρ. Γουίλιαμ Σάφνερ, καθηγητής στη σχολή Ιατρικής του πανεπιστημίου Vanderbilt και διευθυντής ιατρικής του Εθνικού Ιδρύματος Λοιμώξεων.
 
Την Πέμπτη, οι εταιρείες Pfizer και BioNTech ανακοίνωσαν ότι μια τρίτη δόση του εμβολίου μέσα σε διάστημα έξι μηνών από τη δεύτερη δόση φαίνεται να διατηρεί τα «υψηλότερα επίπεδα προστασίας» σε εκείνους που εμβολιάστηκαν.
 
Οι εταιρείες πραγματοποίησαν την ανακοίνωσή τους χωρίς να δημοσιεύσουν νέα δεδομένα, αλλά πρόσθεσαν ότι θα δώσουν νέες πληροφορίες σύντομα. Ένας εκπρόσωπος της Pfizer είπε αργότερα στο CNN ότι η εταιρεία σχεδιάζει να υποβάλει αίτηση άδειας για έκτακτη χρήση για την τρίτη δόση στην Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων τον Αύγουστο.
 
Ωστόσο, μόλις λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της Pfizer/BioNTech, το FDA (Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων) και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ σε κοινή τους δήλωση υπογράμμισαν ότι τα άτομα που έχουν πλήρως εμβολιαστεί «δεν χρειάζονται ενισχυτική δόση αυτή τη στιγμή» και «όσοι δεν έχουν εμβολιαστεί πρέπει να εμβολιαστούν το συντομότερο δυνατό για να προστατεύσουν τον εαυτό τους και την κοινότητά τους».
 
Η δήλωση ανέφερε επίσης πως «είμαστε προετοιμασμένοι για μία τρίτη δόση εάν και όταν η επιστήμη αποδείξει ότι αυτή είναι απαραίτητη».
 
Αυτό όμως είναι κάτι ασαφές και υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να μάθουμε για την πιθανή αναγκαιότητα μιας τρίτης δόσης.
 
Το CNN παρουσιάζει σε ρεπορτάζ του τι γνωρίζουμε και τι μας είναι άγνωστο μέχρι στιγμής:
 
Γνωστό: Τα εμβόλια αποδίδουν ακόμη και ενάντια στις μεταλλάξεις
Οι κατασκευαστές εμβολίων κοιτάζουν μπροστά και εξετάζουν τι μπορεί να χρειαστεί στο μέλλον, ενώ αξιωματούχοι δημόσιας υγείας επικεντρώνονται στην παρούσα ανάγκη για εμβολιασμούς, δήλωσε στο CNN ο Δρ Τζερόμ Άνταμς, πρώην γενικός χειρουργός των ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση Τραμπ.
 
«Ενώ η κυβέρνηση, το FDA και το CDC θέλουν να διαβεβαιώσουν τους Αμερικανούς ότι η καλύτερη προστασία εξακολουθεί να είναι ένα εμβόλιο ακόμη και απέναντι σε μεταλλάξεις.
 
Στο Ισραήλ υπήρξαν ορισμένα πραγματικά στοιχεία για το εμβόλιο κορωνοϊού της Pfizer, καθώς το υπουργείο Υγείας της χώρας δήλωσε ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στην πρόληψη τόσο της μόλυνσης όσο και της συμπτωματικής νόσου μειώθηκε στο 64% τον Ιούνιο.
 
Όσον αφορά το κατά πόσον μπορεί να χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις για να βοηθήσουν στην προστασία των ανθρώπων από τις αναδυόμενες μεταλλάξεις, ο Γουίλιαμ Σάφνερ είπε ότι το εμβόλιο της Pfizer και άλλα έχουν ήδη αποδειχθεί ότι προσφέρουν ακόμα προστασία.
 
«Είναι πραγματικά ασυνήθιστο για ένα εμβολιασμένο άτομο να εισαχθεί σήμερα στο νοσοκομείο για ασθένεια που σχετίζεται με την Covid, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι αυτά τα εμβόλια εξακολουθούν να λειτουργούν ενάντια στις μεταλλάξεις», σημείωσε.
 
Συνολικά, δεδομένου ότι η προστασία από το εμβόλιο κατά της Covid-19 παραμένει υψηλή, ο Σάφνερ είπε ότι οι πλήρως εμβολιασμένοι άνθρωποι δεν πρέπει να ανησυχούν.
 
Άγνωστο: Πότε θα χρειαστούμε τις τρίτες δόσεις εμβολίου
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για να αποφασιστεί εάν οι άνθρωποι θα χρειαστούν τελικά ενισχυτικές δόσεις εμβολίων Covid-19.
 
Τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τις Πρακτικές Ανοσοποίησης του CDC συζήτησαν σε συνάντηση που είχαν τον περασμένο μήνα, πότε θα ήταν ενδεχομένως η σωστή χρονική στιγμή για την υπηρεσία να κάνει συστάσεις για την τρίτη δόση.
 
Τα μέλη της επιτροπής συμφώνησαν ως επί το πλείστον ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα σχετικά με τα οφέλη αυτής και πρόσθεσαν ότι μία ένδειξη μελλοντικά θα μπορούσε να είναι η αύξηση των μολύνσεων στους πλήρως εμβολιασμένους γεγονός που θα σήμαινε ότι η ανοσία εξασθενεί. Πρόσθεσαν δε ότι «θα ήταν λάθος η χορήγηση ενισχυτικών δόσεων χωρίς να έχουμε δεδομένα για το κάτα πόσο δρουν όντως ενισχυτικά αλλά και στοιχεία για την ασφάλεια. 
 
Γνωστό: Ορισμένες κατηγορίες θα ωφεληθούν περισσότερο από την ενισχυτική δόση
Μελλοντικά, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο από άλλους από μία τρίτη δόση συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ανοσοκατεσταλμένοι. Για παράδειγμα, οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση οργάνων μπορεί να μην έχουν επαρκή ανταπόκριση στα εμβόλια κορωνοϊού επειδή παίρνουν φάρμακα για να καταστέλλουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα. Αυτό βοηθά στη μείωση του κινδύνου απόρριψης νέων οργάνων από τον οργανισμό, αλλά μπορεί επίσης να περιορίσει την ανταπόκριση στα εμβόλια. 
 
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο στο περιοδικό Annals of Internal Medicine, η τρίτη δόση θα μπορούσε να δώσει ώθηση στο επίπεδο αντισωμάτων ορισμένων ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμοσχεύσεις και δεν εμφάνισαν ισχυρή απόκριση στις πρώτες δόσεις. 
 
Μεταξύ των ασθενών στη μελέτη που δεν είχαν μετρήσιμα αντισώματα μετά τη λήψη δύο δόσεων εμβολίου, το ένα τρίτο από αυτούς είδε αύξηση των αντισωμάτων μετά από μια τρίτη δόση – και μεταξύ αυτών με χαμηλά επίπεδα αντισωμάτων μετά από δύο δόσεις, όλοι τους είδαν αύξηση μετά από μια τρίτη δόση.
 
Ωστόσο, δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα σχετικά με τους εμβολιασμούς σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα, επειδή όταν οι φαρμακευτικές εταιρείες δοκίμασαν τα εμβόλια σε κλινικές δοκιμές πέρυσι, απέκλεισαν συγκεκριμένα άτομα που έπαιρναν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα λόγω πιθανών κινδύνων.
 
«Έχω δει ανθρώπους να πεθαίνουν μετά από δύο πλήρεις δόσεις εμβολίου τύπου mRNA επειδή, πιστεύουμε, ήταν ανοσοκατεσταλμένοι και δεν είχαν πλήρη προστασία», δήλωσε η Δρ Καμίλ Κότον, η οποία φροντίζει ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.
kathimerini.gr