Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια

Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια

Φυσικά, ο τίτλος του άρθρου θα σας θυμίζει τον παροιμιώδη πλέον στίχο του Μανώλη Ρασούλη. Αλλά εγώ τον εννοώ κάπως διαφορετικά. Όμως, αυτό θα το δούμε παρακάτω.
 
Το σημερινό άρθρο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό: τόσα χρόνια λεξιλογούμε, κι όμως δεν έχουμε γράψει άρθρο για την ετυμολογία και την ιστορία του μάγκα παρόλο που, όπως στερεότυπα έγραψα κάποτε, "αξίζει άρθρο για το θέμα αυτό".
 
Λοιπόν; Από πού ετυμολογείται ο μάγκας; Ο μάγκας βγαίνει από τη μάγκα. Και ποια είναι η μάγκα;
 
Μάγκα ονομαζόταν, τον καιρό του Εικοσιένα, αλλά και παλιότερα, ομάδα άτακτων πολεμιστών. Η μάγκα ήταν μικρότερη από το μπουλούκι -πολλές μάγκες μαζί απάρτιζαν ένα μπουλούκι. Ο Βακαλόπουλος στα Ελληνικά στρατεύματα του 1821 αντιστοιχίζει τη μάγκα με δεκανεία και το μπουλούκι με εικοσιπενταρχία, αλλά ο Κ. Καραποτόσογλου, σε ένα άρθρο του 1986, δίνει δύναμη 40-50 οπλοφόρων στη μάγκα.
 
Στο ίδιο άρθρο, αναφέρει ότι με το οργανωτικό διάταγμα της 14.3.1833, με το οποίο ιδρύθηκαν τα δέκα τάγματα των άτακτων ακροβολιστών, η μάγκα μετονομάστηκε σε λόχο και ορίστηκε η δύναμη στους 50 άνδρες. Τέσσερις μάγκες αποτέλεσαν, τότε, ένα τάγμα (Κ. Καραποτόσογλου, «Συγκριτικές διερευνήσεις στα νέα ελληνικά», Λεξικογραφικόν δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 16 (1986), σελ. 277) -αλλά στον άτακτο στρατό οι αριθμοί είναι αρκετά ρευστό θέμα.
 
Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Πήρα το μπαγιράκι μου και καμίαν εικοσαριά, οπού είχα μάγκα εις το κονάκι μου, κι έφυγα κρυφίως», ενώ ο Σουρμελής αφηγείται ότι κατά την πολιορκία της Αθήνας κάποιος ακόλουθος του Φαβιέρου, υπέρμαχος της συνθηκολόγησης, «ετράπη εις τους ατάκτους στρατιώτας, τους ικανούς να διεγείρωσι και τους άλλους' και από Μάγκαν εις Μάγκαν (συντροφίαν ή συσσιτίαν ή συνοικίαν) περιερχόμενος διά νυκτός, εδοκίμαζε τα πνεύματα των στρατιωτών και κατήχει πολλούς». Αναζητώντας λοιπόν ο Σουρμελής ελληνοπρεπή όρο τη μάγκα, την αποδίδει συντροφία, συσσιτία ή συνοικία.
 
Η μάγκα είχε ως επικεφαλής τον μάγκατζη ή μαγκατζή, ο οποίος είχε προσωπική σχέση επιρροής με τα παλικάρια του. Ο μάγκατζης ήταν το αντίστοιχο του υπαξιωματικού. Ο Κασομούλης γράφει: «εσυνάξαμεν όλους τους υπαξιωματικούς» αλλά κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε παρένθεση: «μαγκατζήδες». Θυμάται ο Μακρυγιάννης: «τους μέρασα κάθε δέκα ανθρώπων μίαν μποτίλια ρούμη· ένας, τόδωσα την ρούμη, δεν την έδωσε να πιούνε οι συντρόφοι του, οπού ’ταν μάγκατζης, την έπγε μόνος του όλη και μέθυσε». Υπάρχει και επώνυμο Μαγκατζής.
 
Από τη μάγκα λοιπόν προήλθε ο μάγκας. Το σχήμα αυτό, από το θηλυκό στο αρσενικό, το έχουμε δει και σε μια άλλη περίπτωση, η μαλάκα -> ο μαλάκας (και, ναι, έχουμε γράψει άρθρο). Κάπως έτσι και ο ρεμπέτης προήλθε από τη ρεμπέτα (άρθρο εδώ), όπου αρχικά η λέξη σημαίνει την ομάδα, μετά σημαίνει το ένα μέλος της.
 
Ο μάγκας λοιπόν αρχικά είναι το μέλος της μάγκας -αν και, στα κείμενα του Εικοσιένα δεν έχω βρει, και δεν θα βρείτε υποθέτω, να αναφέρεται "ήρθε ένας μάγκας", θα δούμε "ένα παλικάρι" ή κάτι τέτοιο, ενώ στη συνέχεια η λέξη παίρνει αρνητικές σημασίες, χασομέρης που περιφέρεται στους δρόμους, περιθωριακός, νταής, αλλά και κατεργάρης, φιλοπαίγμων, ακόλαστος. Δεν έχω ψάξει τα σώματα του 19ου αιώνα να βρω αναφορές σε μάγκες πάντως στα τέλη του 19ου και στην αρχή του 20ού αιώνα ο μάγκας έχει χροιά σαφώς αρνητική. Είναι η εποχή του Μπαϊρακτάρη που κατατροπώνει τους μάγκες του Ψυρρή, τους λεγόμενους και κουτσαβάκηδες. Το στερεότυπο του μάγκα της εποχής αποτυπώνεται στον Σταύρακα του Καραγκιόζη.
 
Αυτό αλλάζει σταδιακά, μεταξύ αλλων και μέσα από το ρεμπέτικο, και ο μάγκας είναι πια ο λαϊκός άνθρωπος που ξέρει να γλεντάει και να ζει καλά, που ξηγιέται εντάξει, και σιγά σιγά μετατοπίζεται ακόμα περισσότερο προς τον ικανό, τον καπάτσο, που μάλιστα οι ικανότητές του αναγνωρίζονται από τον περίγυρό του.
 
Η ιδιότητα του μάγκα είναι η μαγκιά, αλλά και πάλι έχει μετατοπιστεί από την αρχική ψευτοπαλικαριά σε σαφώς εύφημες σημασίες, σε κάτι θετικό. "Μαγκιά του" λέμε -και όταν κάποιος κουραστεί πολύ ή τρομάξει μπορεί να πει "μου έφυγε η μαγκιά". Βέβαια, η μαγκιά διατηρεί την απόχρωση της παράτολμης ενέργειας, που γίνεται και για φιγούρα -"σταμάτα τις μαγκιές γιατί θα σκοτωθούμε" μπορεί να πούμε στον φίλο μας που οδηγεί.
 
Δεν καλύπτω το θέμα με τις σημερινές σημασίες του μάγκα, θα χρειαζόμουν άλλο ένα άρθρο. Θα περάσω όμως στα ετυμολογικά.
 
Από πού ετυμολογείται η μάγκα; Όλοι δέχονται ότι η ελληνική μάγκα είναι δάνειο από το τουρκ. manga, ενδεχομένως μέσω του αλβανικού mangë. Τα πράγματα μπλέκονται όμως ως προς την ετυμολογία της τουρκικής λέξης.
 
Ο Μπαμπινιώτης ξεκινάει από το βενετσιάνικο banco, τον πάγκο όπου κάθονταν οι κωπηλάτες στη γαλέρα, που έδωσε στα τουρκικά τύπους όπως manka, manga, και πήρε και σημασίες όπως "ομάδα ναυτών που συγκεντρώνονται για το συσσίτιο". Από εκεί, πέρασε στη στρατιωτική ορολογία δηλώνοντας "ομάδα στρατιωτών".
 
Ο Κ. Καραποτόσογλου όμως, στο άρθρο που προανέφερα, παράγει την τουρκική λέξη από το ισπανικό manga, "ομάδα οπλοφόρων", που καταγράφεται στα ισπανικά από το 1600 και που έχει την αρχή της, σύμφωνα με τον Meyer-Lübke, στην αυλική συνήθεια να δίνονται ως δώρο στους ιππότες τα μακριά μανίκια των κυριών, από το λατινικό λοιπόν manica, το μανίκι.
 
Έχει προταθεί και ετυμολογία από το λατ. mango = σωματέμπορος, που όμως είναι μάλλον απίθανη.
 
Αβέβαιη λοιπόν η ετυμολογία της μάγκας, άρα και του μάγκα. Η ίδια η λέξη, μάγκα, δεν έπαψε να ακούγεται αμέσως μετά που μετονομάστηκαν οι μάγκες σε λόχους, το 1833.
 
Συνέχισε να λέγεται, με τη σημασία της ομάδας ανθρώπων. Για παράδειγμα, σε ένα χρονογράφημα του Κοτζιούλα, που είχαμε δημοσιεύσει εδώ, είχαμε δει ότι τα παιδιά που έβγαιναν για να πουν κάτι σαν τα κάλαντα το Σάββατο του Λαζάρου, έλεγαν "μάγκα" την ομάδα τους. Αυτά βέβαια συνέβαιναν στον μεσοπόλεμο. Σήμερα πολυ αμφιβάλλω ότι επιβιώνει η μάγκα.
 
Από την άποψη αυτή, ο στίχος του Ρασούλη, «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια», αληθεύει αναντίρρητα, αν αντί για τους μάγκες εννοήσουμε τις μάγκες!