Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Τα ετυμολογικά λεξικά μάς λένε ότι η ελληνική λέξη προέρχεται από το τουρκικό çatιş(mak), που σημαίνει «συγκρούομαι, αψιμαχώ», και ότι οι τύποι «τσαντίζω» κτλ. προήλθαν με ηχηροποίηση του τ, πιθανώς λόγω παρετυμολογίας με λέξεις όπως «τσάντα».
 
Αυτό ωστόσο δεν νομίζω ότι κάνει «λανθασμένο» τον τύπο «τσαντίζομαι» διότι όταν δανειζόμαστε λέξεις ελάχιστα μας ενδιαφέρει να μείνουμε πιστοί προς την ξένη γλώσσα από την οποία προέρχεται το δάνειο, ιδίως μάλιστα όταν η γλώσσα αυτή δεν είναι πλέον και τόσο γνωστή στη χώρα μας. Είναι άλλωστε πολύ συνηθισμένο να τροποποιούμε δάνεια -για να πάρω ένα παράδειγμα που έτυχε να το συζητάω χτες, βάζουμε τη μηχανή «στο ρελαντί» και όχι «στο ραλαντί» παρόλο που έτσι προφέρεται το γαλλικό ralenti.
 
Ανατρέχοντας σε παλαιότερα λεξικά, όμως, βλέπουμε ένα περίεργο πράγμα. Το λεξικό της Πρωίας (εκδόθηκε στη δεκαετία του 1930) γράφει:
 
τσατίζω: πειράζω ερωτικώς και κατ’ επέκταση πειράζω δι’ υπαινιγμών. Ουσ. τσάτισμα και τσάντισμα.
 
Τα ίδια γράφει και το λεξικό του Δημητράκου και περίπου τα ίδια το λεξικό Σταματάκου.
 
Δεν ξέρω αν υπήρχαν πράγματι αυτές οι σημασίες στον μεσοπόλεμο ή λίγο αργότερα. Εγώ τη σημασία «πειράζω με ερωτόλογα» την αγνοούσα εντελώς. Τα λεξικά έχουν και μια αδράνεια, κι έτσι το λεξικό Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα. που βγήκε στη δεκαετία του 1980, διατηρεί (έστω και στην τελευταία θέση) τη σημασία «πειράζω με ερωτόλογα», ενώ το λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη (δεκ. 1990) δεν αναφέρει τα ερωτόλογα αλλά δίνει τον ορισμό
 
τσατίζω = πειράζω, εξοργίζω με προσβλητικούς υπαινιγμούς  ΠΗΓΗ