Νέο βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά: Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του

Νέο βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά: Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του

Ἑπτὰ διηγήσεις ἐμπεριέχονται στὸ νέο βιβλίο τοῦ Παναγιώτη Κουσαθανᾶ, Τὸ σεντούκι ποὺ γύρευε τὸ κλειδί του. Μιλᾶνε γιὰ ἕναν ἄνδρα, ποὺ σχετικὰ νέος ἀκόμη, ὀλοφύρεται γιὰ τὴν περασμένη νιότη του, κι ὅταν πιὰ «ἐμβαρκαριστεῖ» ὁ ἴδιος, τότε ἕνα παιδί, ὁ βουβὸς μάρτυρας καὶ συμπαραστάτης τῶν ὀδυρμῶν του, συνεχίζει μὲ ἄλλον τρόπο τὸν θρῆνο παρατείνοντας διὰ τῆς μνήμης τὸ προσδόκιμο τῆς ζωῆς τοῦ ἀπόντος πλέον ἀνδρός· γιὰ ἕναν ἀπὸ δική του προαίρεση τυφλὸ ποὺ ξαναβρίσκει πάλι ἐκ θαύματος τὸ φῶς του· γιὰ τὴ σπασμένη ὀπαλίνα μιᾶς λάμπας, ποὺ ἀναπάντεχα ἀνακαλύπτει τὴ δίδυμη ἀδελφή της· γιὰ ἕνα ἡλικιωμένο ζευγάρι ποὺ ξαναζεῖ στὰ γεροντάματά του τὴν τελευταία «ἄνθηση» τοῦ ἔρωτά του χάρη σὲ μιά... κλώσσα χωρὶς κλωσσόπουλα· γιὰ ἕνα παλιό, ἱστορημένο σεντούκι, ποὺ βρίσκει τὸ χαμένο κλειδί του τὴν ὥρα ποὺ πᾶνε νὰ πετάξουν τὸ κουφάρι του στὴν πυρά· ἡ προτελευταία σύντομη διήγηση μιλᾶ γιὰ μιὰ προαναγγελθεῖσα συντέλεια τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται πάλι, αὐτὴ τὴ φορὰ παραδόξως πρὸς ἀπογοήτευση τῶν πάντων· ἡ δὲ τελευταία διήγηση ἀποκαλύπτει πῶς τελικῶς διασφαλίζεται ἡ γλυκύτης τῆς ζωῆς (πιθανὸν καὶ τῆς γραφῆς), παρὰ τὰ πάθη καὶ τὰ βάσανά τους. Κατὰ τὴν προσφιλῆ συνήθεια τοῦ Π.Κ., καὶ στὶς ἑπτὰ αὐτὲς διηγήσεις γίνονται διακειμενικές συνομιλίες καὶ ὠσμώσεις μὲ παλιοὺς καὶ νεότερους ὁμοτέχνους, συνομιλίες ποὺ πέραν τῶν ἄλλων καταδείχνουν στὸν ἐπαρκῆ ἀναγνώστη τὶς προτιμήσεις καὶ τὶς ἐπιδράσεις τοῦ συγγραφέα ὡς ἀναγνώστη καὶ δημιουργοῦ.
 
Τί εἶναι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ συνδέει μεταξύ τους τὶς ἑπτὰ διηγήσεις ποὺ συστεγάζονται στὸ βιβλίο; Εἶναι ἡ σπάνια ἱκανότητα νὰ κατανοεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι δὲν τοῦ τάχτηκε νὰ δίνει ἄγονες μάχες στὶς ἐπάλξεις καὶ στὶς γιόστρες τοῦ Χρόνου, ἀλλὰ ν ̓ ἀφήνει, πλάσμα τῆς γῆς καθὼς εἶναι κι αὐτός, τὸν ἁλμυρὸ σιρόκο νὰ περνᾶ ἀπὸ πάνω του καὶ νὰ τὸν καίει ὅπως καίει τὸ μαλακὸ χορτάρι –«ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς σὰν τὸ χόρτο», λέει ὁ ποιητής–, στὴ θέση του ὅμως ἄλλο μαλακὸ χορτάρι θὰ φυτρώσει, γιὰ νὰ καεῖ κι αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του δίνοντας θέση στὸ καινούργιο· εἶναι ἡ συμπόνια, ἡ στοργὴ καὶ ἡ «τρυφερότη» ποὺ γλυκαίνουν τὰ δίκαια καὶ τ ̓ ἄδικα παράπονα τῶν ἀνθρώπων· οἱ ἐμμονὲς καὶ τὰ λάθη τους, ποὺ ἂν γίνει κάποτε νὰ ἀναγνωριστοῦν ἀπὸ τοὺς φταῖχτες εἶναι συνήθως πολὺ ἀργά· εἶναι οἱ ἀσκήσεις τῆς μνήμης, ποὺ γεφυρώνοντας τὴν ἄβυσσο τοῦ τίποτε, αὐτὴν ποὺ οἱ γραφὲς ὀνομάζουν «ματαιότητα», δὲν ἀφήνουν τὸν Χρόνο νὰ χαρεῖ τὸν τελικὸ θρίαμβό του· εἶναι τὸ θαῦμα ὡς καθημερινότης τοῦ βίου, τὰ μικρά, ἀπροσδόκητα καὶ συχνὰ ἀπαρατήρητα «θαύματα» τῆς ζωῆς μας, ποὺ ἀθροιζόμενα κάνουν τὸ Μεγάλο Θαῦμα τῆς Ζωῆς· εἶναι τὸ ἐπισφαλὲς ζύγιασμα ἀνάμεσα στὴ μωρία καὶ τὴ φρονιμάδα, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀφροσύνη, τὴ βεβαιότητα ἢ τὴν ἀμφιβολία τῶν ἀνθρωπίνων, ὁποὺ δύσκολα ξεχωρίζει κανεὶς ποῦ ἀρχίζει ἡ μία καὶ ποῦ τελειώνει ἡ ἄλλη· τέλος, εἶναι ἡ μικρόνοια καὶ ἡ ἀπληστία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν βαλθεῖ ὁλοταχῶς νὰ καταντήσουν τὸν παράδεισο τοῦ πλανήτη μας σὲ κόλαση καὶ
τὴ γλυκύτητα τῆς ζωῆς σὲ μαρτύριο...
 
Ὅσο κοντὰ καὶ νὰ πλαγιάζουν οἱ ἄνθρωποι, διατείνεται ὁ συγγραφέας, ποτὲ δὲν βλέπει ὁ ἕνας τὰ ἴδια ὄνειρα μὲ τὸν ἄλλο οὔτε καὶ γνωρίζει ἀπὸ ποιὸ ταξίδι γυρίζει ὁ ὁμόκλινός του, ὅταν ξυπνᾶ. Νὰ συμπεράνομε, λοιπόν, ὅτι ἡ γραφὴ καὶ ἡ ἀνάγνωση προστρέχουν ἀρωγοὶ στὶς διαψεύσεις τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ πραγματώσουν τὰ ὑπεσχημένα, ἀλλὰ συχνὰ ματαιωμένα, τῆς ζωῆς; Κι ἀκόμη, μήπως πρέπει, παραφράζοντας τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Claude Debussy ὅτι «Μουσικὴ εἶναι τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὶς νότες», νὰ καταλήξομε ὅτι καὶ «Λογοτεχνία εἶναι τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὶς λέξεις ἢ τὶς ἀράδες τους»; Μὲ ἄλλα λόγια, δηλαδή, ὅτι ὅσα ἀδυνατοῦν νὰ ποῦν οἱ λέξεις καὶ οἱ νότες, τὰ ἐκφράζει μόνo ἡ σοφία τῆς Σϊωπῆς.