Συνεχίζει να τροφοδοτεί την οικονομία ο Τουρισμός

Συνεχίζει να τροφοδοτεί την οικονομία ο Τουρισμός
Η παρουσίαση της μελέτης της Eurobank για τη συμβολή του Τουρισμού στην εθνική οικονομία, η οποία έγινε χθες κατά τη διάρκεια του 1ου Συνεδρίου Ελληνικού Τουρισμού που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα της Eurobank και του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, άφησε μια "γλυκιά γεύση" για τις επιδόσεις του κλάδου. Ταυτόχρονα όμως, όπως ανέφεραν στελέχη της τουριστικής αγοράς, ενέτεινε την ανησυχία για την πορεία αφίξεων και εισπράξεων τα προσεχή χρόνια, και αυτό για δύο κυρίως λόγους: γιατί αφενός τα "ρεκόρ" στον Τουρισμό δεν θα συνεχιστούν αν δεν υπάρχουν οι ανάλογες επενδύσεις σε υποδομές που θα δώσουν ώθηση στην ανταγωνιστικότητα του προϊόντος (εξάλλου οι γεωπολιτικές συνθήκες στη Μεσόγειο δεν θα είναι συνέχεια ευνοϊκές για τη χώρα), αφετέρου επειδή η συνεχιζόμενη υπερφορολόγηση του τομέα εκτιμάται πως θα έχει πολύ αρνητικές συνέπειες, οι οποίες μάλιστα θα φανούν σε σύντομο χρόνο.
 
Στα θετικά στοιχεία, σύμφωνα με τη μελέτη, η άμεση συμβολή του Τουρισμού το ΑΕΠ τη χρονιά που πέρασε ήταν 7,6% και η συνολική 18,5%, ενώ ταυτόχρονα η άμεση συμβολή στην απασχόληση ήταν 11,3% και 23,1% η συνολική, ποσοστά που μεταφράζονται σε 401 χιλ. και 822 χιλ. θέσεις εργασίας αντίστοιχα. Το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε από ξένους τουρίστες στην Ελλάδα το 2015 ανήλθε σε 14,8 δισ. ευρώ και η συνεισφορά κλάδου στο σύνολο των επενδύσεων ήταν 2,7 δισ. ευρώ ή 16.5% επί του συνόλου. Παράλληλα, το 2015 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κάλυψαν το 82% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Τέλος ο μέσος πολλαπλασιαστής ανέρχεται σε 2,65 δηλ. για κάθε 1 ευρώ προερχόμενο από την τουριστική δραστηριότητα προκαλείται έμμεση (πρόσθετη) οικονομική δραστηριότητα 1,65 ευρώ. 
 
Εντούτοις, όπως έδειξε η μελέτη, η Ελλάδα υστερεί στον τομέα των υποδομών επίγειων και θαλάσσιων μεταφορών, γεγονός εξαιρετικά ανησυχητικό καθότι εμποδίζει την ανάπτυξη του ναυτικού τουρισμού και της κρουαζιέρας. Επιπροσθέτως, η υστέρηση σε όρους ανταγωνιστικότητας τιμών προκαλεί προβληματισμό, ιδιαιτέρα εάν ληφθεί υπόψη η μεγάλη μείωση του μισθολογικού κόστους τα τελευταία έτη. Παράγοντες που ενδεχομένως ερμηνεύουν την εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την έρευνα συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων την υψηλή φορολογία και το υψηλό κόστος ενέργειας σε σχέση με τις ανταγωνίστριες χώρες. "Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται στην πολιτική τιμών από τις επιχειρήσεις του κλάδου έτσι ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες ανατιμήσεις στις παρεχόμενες υπηρεσίες" συμπεραίνει.
 
Στα βασικά σημεία της ανάλυσης περιλαμβάνεται επίσης η εκτίμηση πως και το 2016 θα είναι ακόμη μια καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό, αν και τα στοιχεία του 1ου τριμήνου (την περίοδο Ιαν. - Μαρ.  παρατηρήθηκε μείωση 6,2% στην εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση και μείωση 0,1% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις) δημιούργησαν αρκετές επιφυλάξεις ως προς την επίτευξη των αρχικών στόχων (25 εκατ. τουρίστες και 15 δισ. ευρώ έσοδα). Για να συνεχιστεί μάλιστα η ανοδική πορεία του Τουρισμού απαιτείται η εξασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας που θα επιτρέψει τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού επενδυτικού νόμου για την παροχή φορολογικών και άλλων κινήτρων για εύλογο χρονικό διάστημα και η επιτάχυνση του προγράμματος αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, την αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών όπως οι αυτοκινητόδρομοι, τα περιφερειακά αεροδρόμια και οι μαρίνες και την αξιοποίηση της παραλιακής ζώνης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. 
 
Σύμφωνα πάντως με τον πρόεδρο του ΣΕΤΕ Ανδρέα Ανδρεάδη, επαναπροσδιορίζονται οι στόχοι των συνολικών αφίξεων κατά +30%, (από 26 σε περίπου 35 εκατ.) για το 2021, αύξηση η οποία στοχεύει στην ενίσχυση των συνολικών εσόδων κατά 40% με στόχο τα 20 δισ. ευρώ και της μέσης καθαρής δαπάνης ανά διανυκτέρευση κατά 5%. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, θα πρέπει να υλοποιούνται ετήσιες συνολικές επενδύσεις ύψους 2 δισ. ευρώ, αρχής γενομένης το 2016, με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα κατά 80% και του δημόσιου κατά 20%.
 
Βασιλική Κουρλιμπίνη
πηγή: Capital.gr