Άρθρο: Ο ΕΝΦΙΑ και η εφαρμογή του

Άρθρο: Ο ΕΝΦΙΑ και η εφαρμογή του
 
Είναι αλήθεια ότι ο ΕΝΦΙΑ μπήκε απότομα στη ζωή μας. Μέχρι και την έναρξη της οικονομικής κρίσης ο φόρος επί της ακίνητης περιουσίας, (ΦΑΠ ή ΕΤΑΚ αναλόγως του έτους), ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρωζώνη. 
 
Μεσολάβησε η ρήξη σχέσεων της κυβέρνησης Παπανδρέου με την τρόϊκα και η επιβολή έκτακτου φόρου επί της ακίνητης περιουσίας (χαράτσι) επί υπουργείας Βενιζέλου, ώστε να συνεχισθεί η χρηματοδοτική στήριξη της Ελλάδας η οποία ουσιαστικά είχε πτωχεύσει. 
 
Το χαράτσι ως φόρος χαρακτηριζόταν από πολλές αδυναμίες και αδικίες διότι θεσμοθετήθηκε πρόχειρα και γρήγορα. 
 
Η είσπραξη γινόταν με απαράδεκτο τρόπο μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. 
 
Ενώ είχε τη φιλοσοφία φορολόγησης συσσωρευμένου πλούτου σε ακίνητη περιουσία, ουσιαστικά περιοριζόταν μόνον στα ηλεκτροδοτούμενα κτίρια, περιορίζοντας την φορολογητέα βάση και επιβαρύνοντας υπερβολικά τους κατόχους ορισμένων ειδών ακινήτων.
 
Η καταβολή του ήταν ανεξάρτητη και εκ παραλλήλου με την υπάρχουσα τότε φορολογία της ακίνητης περιουσίας και τέλος δόθηκε λανθασμένα ο χαρακτήρας του έκτακτου φόρου (για πολιτικούς λόγους) ενώ ήταν γνωστό ότι το δημοσιονομικό άνοιγμα θα εξακολουθούσε να υπάρχει.
 
Η κυβέρνηση Σαμαρά προσπάθησε να εξορθολογήσει αυτή την κατάσταση. Η πρόθεση ήταν
α) Να ενοποιηθούν όλοι οι φόροι επί της ακίνητης περιουσίας σε έναν.
β) Να αποσυνδεθεί η είσπραξη του φόρου από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ.
γ) Να μειωθεί η επιβάρυνση ανά ιδιοκτήτη, διευρύνοντας τη φορολογική βάση με τον υπολογισμό φόρου και σε μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα.
δ) Αν εξαλειφθούν αδικίες αλλά να εισπράττονται περίπου 2,65 δις ευρώ ετησίως.
 
Ουσιαστικά ο στόχος είναι, οι υπόχρεοι του νέου φόρου να πληρώνουν περίπου 15% λιγότερο φόρο σε σχέση με το άθροισμα του ΕΤΑΚ και του «χαρατσιού» μέσω ΔΕΗ.
 
Είναι αλήθεια ότι στην τεράστια πλειοψηφία των πολιτισμένων κρατών στη δύση υπάρχει φόρος επί της ακίνητης περιουσίας.
 
Είναι επίσης αλήθεια ότι παλαιότερα ο φόρος επί της ακίνητης περιουσίας απέδιδε μόλις περί τα 500 εκ ευρώ ετησίως, ενώ η ακίνητη περιουσία ήταν σε μεγάλο βαθμό ο χώρος της φοροδιαφυγής (κατασκευές, μεταβιβάσεις, πολεοδομικές παρεκκλίσεις, κλπ.).
 
Δυστυχώς οι εντεταλμένοι για την εφαρμογή του νέου φόρου απέτυχαν οικτρά στο εφαρμοστικό μέρος.
 
Με τον τρόπο αυτό ταλαιπωρούνται οι φορολογούμενοι, συντηρούνται τα αισθήματα της ανασφάλειας και αδικίας και βεβαίως εξανεμίζεται η ουσία της μείωσης της φορολογίας κατά 15% επί των αστικών ακινήτων.
 
Για να γίνει κατανοητή η ουσία της φορολόγησης ακινήτων θα πρέπει να δούμε τα μετρήσιμα μεγέθη. 
 
Η συνολική αξία των ακινήτων στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 1 τρισεκατομμύριο ευρώ και οι ιδιοκτήτες αυτής της περιουσίας είναι περίπου 7.000.000 Έλληνες.
 
Με στόχο την εισπραξιμότητα 2,65 δις ευρώ, ο ΕΝΦΙΑ αντιστοιχεί σε φόρο ίσιο με το 0,26% της αξίας της ακίνητης περιουσίας.
 
Όμως ως συνήθως στην Ελλάδα επικρατεί ο λαϊκισμός. Ας δούμε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα:
 
α) Δεν πρέπει να φορολογούνται τα κτήματα, τα χωράφια κλπ. διότι είναι τα εργαλεία της πρωτογενούς παραγωγής. 
Απάντηση: Κατά την ίδια λογική δεν πρέπει να φορολογούνται οι ταβέρνες, τα καταστήματα, τα ξενοδοχεία κλπ. διότι και αυτά είναι τα εργαλεία παραγωγής εισοδήματος για κάποιους άλλους.
 
β) Οι αντικειμενικές αξίες είναι ανακόλουθες με τις πραγματικές αξίες. Απάντηση: Σωστό, αλλά εάν ο στόχος είναι η είσπραξη συγκεκριμένου ποσού για να πληρωθούν μισθοί, συντάξεις κλπ., τότε θα πρέπει απλώς να αναπροσαρμοσθούν οι συντελεστές του φόρου προς τα πάνω.
 
γ) Να μειωθούν οι αντικειμενικές αξίες. 
Απάντηση: Εάν μειωθούν οι αντικειμενικές αξίες με στόχο να προσαρμοσθούν στα δεδομένα της αγοράς, τότε η μείωση θα είναι πολύ μεγαλύτερη στις ακριβές περιοχές όπου κατά τεκμήριο οι πλουσιότεροι είναι ιδιοκτήτες και πολύ λιγότερο στις φθηνές περιοχές. Άρα θα έχουμε αναλογικά μεγαλύτερη μείωση των ΕΝΦΙΑ στους πλούσιους σε σχέση με τους φτωχούς.
 
δ) Ο ΣΥΡΙΖΑ στο πρόγραμμά του μειώνει τον στόχο είσπραξης από 2,65 δις ευρώ σε 1,5 δις ευρώ και τα στελέχη του υποστηρίζουν ότι θα μειωθούν οι αντικειμενικές αξίες και θα φορολογηθούν μόνον οι πλούσιοι με ακίνητη περιουσία πάνω από 500.000 ευρώ.
Απάντηση: Με τις σημερινές αυξημένες αντικειμενικές αξίες περιουσία πάνω από 500.000 ευρώ έχουν μόνον 115.000 Έλληνες. Αν μειωθούν οι αντικειμενικές αξίες στα δεδομένα της αγοράς, φορολογήσιμη περιουσία για τον ΣΥΡΙΖΑ θα έχουν μόνον 81.000 Έλληνες (περίπου). Άρα το σύνολο της φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας θα πρέπει να πληρωθεί από λιγότερο του 1% των Ελλήνων, πράγμα που επιφέρει προβλήματα συνταγματικότητας. 
 
Η πραγματικότητα λοιπόν είναι διαφορετική από ότι εμφανίζεται.
 
Η αλήθεια είναι ότι κάποιος φόρος επί της ακίνητης περιουσίας πρέπει να υπάρχει διότι η λειτουργία ενός κανονικού κράτους προσδίδει υπεραξίες στην ακίνητη περιουσία των ιδιωτών μέσω κρατικών επενδύσεων και δράσεων.
 
Σε πρώτη φάση αυτός ο φόρος μειώνεται κατά 15% και υπάρχουν περιθώρια να μειωθεί περισσότερο στο μέλλον.
 
Η ουσία είναι όμως ότι θα πρέπει να εντατικοποιηθεί αποτελεσματικά η πάταξη της φοροδιαφυγής και να ενταχθεί η φορολογία της ακίνητης περιουσίας σε ένα συνολικό φορολογικό σύστημα που θα έχει χαρακτηριστικά δικαιοσύνης, αποτελεσματικότητας και διάρκειας σε βάθος χρόνου.
 
Διότι εάν δεν συμβεί αυτό οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα θα καθυστερούν, με πρώτο και άμεσο αποτέλεσμα την καθυστέρηση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και την αντιμετώπιση της ανεργίας, η οποία είναι η μάστιγα της Ελλάδας.
 
Ο πρωθυπουργός δεσμεύθηκε ότι ο στόχος είναι στα πλαίσια ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού να μειωθούν σταδιακά οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών.
Ήδη έχει μειωθεί ο ΦΠΑ στην εστίαση, οι εργοδοτικές εισφορές, ο ειδικός φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης χωρίς να καταργηθεί η επιδότηση προς τους δικαιούχους, η έκτακτη εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά οι δικαιούχοι επιδομάτων ανεργίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και αποδόθηκε κοινωνικό μέρισμα στους περισσότερο οικονομικά αδύνατους. Παράλληλα αναμένονται ρυθμίσεις για τις οφειλές προς το δημόσιο και τα ταμεία καθώς και για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
 
Επειδή η αναμενόμενη ερώτηση είναι αν όλα αυτά είναι αρκετά, η απάντηση είναι: όχι. Όμως κάθε βήμα που γίνεται πρέπει να διασφαλίζει την επάνοδο της χώρας στην κανονικότητα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διασφαλισθεί η διατήρηση της χώρας στην ζώνη του ευρώ, να είναι ισοσκελισμένος ο προϋπολογισμός και να είναι εφικτός ο δανεισμός από τις αγορές. 
 
Φθάσαμε εδώ που φθάσαμε διότι απλά η Ελλάδα δεν μπορούσε να δανεισθεί από κανέναν. Με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να ξαναφθάσουμε σε αυτό το σημείο.
 
 
Γιώργος Α. Βακόνδιος
Πολιτευτής Κυκλάδων Ν.Δ.